Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

neck joint (en)

  1. (μουσική, κατασκευή εγχόρδων) άρμοση λαιμού· το σημείο που ο λαιμός/ταστιέρα συνενώνεται με το σώμα εγχόρδου
  2. (ανατομία) κάποια από τις αρθρώσεις του λαιμού
    (για τους ανθρώπους) κάποια άρθρωση από τους εφτά σπονδύλους του λαιμού (υπάγεται στην σπονδυλική στήλη)