Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /nɛtʁ/
naître 

  ΡήμαΕπεξεργασία

naître (fr)

  1. γεννιέμαι
    αντώνυμα: mourir
  2. σχηματίζομαι
    αντώνυμα: finir

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Je ne suis pas né d'hier / de la dernière couvée / de la dernière pluie.
  • Il est né poète. Γεννήθηκε ποιητής.
  • Il est né sous un astre favorable / sous une bonne étoile. Γεννήθηκε κάτω από από ένα καλό αστέρι.
  • Il est né pour... Γεννήθηκε για...
  • (στη λογοτεχνία) Naître à... Ξεκινώ μια νέα ζωή σε...