Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

moře < πρωτοσλαβική more ή móri (δείτε επίσης morze, море)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

moře (cs) ουδέτερο

  1. η θάλασσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία