Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mathematics (en) (μόνο ενικός)

  1. τα μαθηματικά

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • λέμε mathematics is something, στον ενικό
ΣυνώνυμαΕπεξεργασία
  •   Συντομομορφή ΗΒ: maths (en)
  •   Συντομομορφή ΗΠΑ: math (en)