Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

masonry (en)

  1. το επάγγελμα και η τέχνη του χτίστη, του οικοδόμου
  2. οτιδήποτε έχει χτιστεί από έναν χτίστη, οικοδόμο
  3. τεκτονισμός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία