Άνοιγμα κυρίου μενού

Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

maneo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *men- (πβ. (αρχαία ελληνική ) μένω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

maneo (la)

  1. μένω, περιμένω

  ΚλίσηΕπεξεργασία