Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ̃.tə.nɑ̃/
maintenant 

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

maintenant (fr)

  • τώρα, αυτή τη στιγμή
  • όταν αρχίζει μια πρόταση, εκφράζει μιαν άλλη δυνατότητα από αυτή που μόλις ειπώθηκε
    Maintenant, ce qu'il en dit, c'est à prendre ou à laisser ! Τώρα που τα λέμε, αυτά που λέει αυτός, τα πιστεύεις ή δεν τα πιστεύεις!

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • à partir de maintenant από δω κι εμπρός, από δω και πέρα
  • dès maintenant αμέσως
  • maintenant que τώρα που

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  maintenir

ΑντώνυμαΕπεξεργασία