Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kurtarıcı < kurtar + -ıcı

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kuɾtɑɾɯˈd͡ʒɯ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kurtarıcı (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία