Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kondolencje < γερμανική Kondolenz

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kondolencje (pl) αρρενοπροσωπικό, μόνο στον πληθυντικό