Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

jumelles, πληθυντικός του jumelle

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʒymɛl/
jumelles 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

jumelles (fr) θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό