Δείτε επίσης: Japan

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

japan (en)

  • είδος σκληρού μαύρου σμάλτου που περιέχει άσφαλτο



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

japan (sv) αρσενικό ή θηλυκό