Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

importer (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ̃.pɔʁ.te/
importer 

  ΡήμαΕπεξεργασία

importer (fr)

  1. εισάγω
  2. ενδιαφέρω