Γαλικιανά (gl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

homosexualidade < homo- + sexualidade

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

homosexualidade (gl) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία