Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

histologie < histo- (< αρχαία ελληνική ἱστός) + -logie (-λογία)[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

histologie (fr)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. histologie στο CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé