Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

haczyk < υποκοριστικό του hak

  ΠροφοράΕπεξεργασία

haczyk 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

haczyk (pl) αρσενικό

  1. το γαντζάκι
  2. το αγκίστρι