Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

gray (en)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

gray (en)


  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

gray (en)

  • μονάδα που εκφράζει την απορρόφηση ραδιενέργειας από έναν οργανισμό· 1 Gray ισούται με ένα Joule ανά χιλιόγραμμο μάζας
συντομογραφία: Gy