Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌɡrãnaˈtɔvʲjɛʦ̑/
granatowiec 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

granatowiec (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία