Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

gramatiko < gramatik + -o

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gramatiko (eo)

Ίντο (io) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gramatiko (io)