Γαλικιανά (gl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gorgonzola (gl)

  1. (γαστρονομία) μαλακό τυρί που παράγεται στην Ιταλία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gorgonzola (fr)

  1. (γαστρονομία) μαλακό τυρί που παράγεται στην Ιταλία



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

gorgonzola < λομβαρδική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gorgonzola (it)

  1. (γαστρονομία) μαλακό τυρί που παράγεται στην Ιταλία



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

gorgonzola (ca)

  1. (γαστρονομία) μαλακό τυρί που παράγεται στην Ιταλία