Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

fellow traveller (en)

  1. συνταξιδιώτης
  2. συνοδοιπόρος (λεγόταν και για τους φίλους του κομμουνιστικού κόμματος που δεν ήταν μέλη του)