Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈdælɪəns/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dalliance

  1. περιστασιακό φλερτ-χαριεντισμός-ερωτοτροπία
  2. περιστασιακή σχέση, σχέση μικρής διάρκειας
  3. (μεταφορικά) περιστασιακή ενασχόληση, ενασχόληση με χόμπι για μικρό διάστημα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • brief flirtation