Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

corto (es)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

corto 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

corto (it)

  • κοντός, αντικείμενο με μικρό μήκος