Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

caveo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *skeue (παρατηρώ, προσέχω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

caveo (la)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία