Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

biscuit (en)

  1. μπισκότο
  2. είδος ψωμιού με το οποίο εφοδιάζονταν τα πλοία
  3. κεραμικό χωρίς στίλβωση



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

biscuit 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

biscuit (fr)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία