Ιταλικά (it) Επεξεργασία

 
παστός βακαλάος - baccalà

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

baccalà (it)

  1. (γαστρονομία) ο παστός μπακαλιάρος



Σικελικά (scn)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

baccalà (scn)

  1. (γαστρονομία) ο παστός μπακαλιάρος