Πολωνικά (pl)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bałwan (pl) αρσενικό

  1. ο χιονάνθρωπος
  2. παγανιστικός μονόλιθος με την κεφαλή θεότητας ή, γενικότερα, άγαλμα παγανιστικής θεότητας