Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

arménština (cs) θηλυκό

  1. τα αρμενικά, η αρμένικη γλώσσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: Arménie