Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Zusammenbruch 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Zusammenbruch (de) αρσενικό

  1. η κατάρρευση
  2. η βλάβη