Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ruhe (de) θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • jemanden in Ruhe lassen - αφήνω κάποιον ήσυχο