Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

< Nase (μύτη) + Loch (οπή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Nasenloch (de) ουδέτερο