Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Antarktyka (pl) θηλυκό

  1. Ανταρκτική (η περιοχή)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία