Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Aar 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Aar (de) αρσενικό

  1. παλαιά ποιητική λέξη για τον αετό
  2. ποταμός της Γερμανίας

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία