Κορεατικά (ko) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

(ko)

  1. η γλώσσα
  2. (ζωολογία) το άλογο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  1. 언어