Arrows blue.png Δείτε επίσης: ορμαθός

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁρμαθός < ὅρμος + εἲρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὁρμαθός αρσενικό

  1. παρόμοια αντικείμενα, αρκετά σε ποσότητα, που είναι περασμένα σε κλωστή ή σύρμα