Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀβελίας < ὀβελός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὀβελίας

  1. (για ψωμί) που είναι ψημένο σε μικρή σούβλα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • διαφέρει από το ὀβολίας που σημαίνει αντικείμενα που πωλούνται έναν οβολό