Άνοιγμα κυρίου μενού

Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

сила < πρωτοσλαβική sila

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

сила (ru) θηλυκό

  1. (φυσική) η δύναμη

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία