Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

отец < оtьсь < átta

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʌ.ˈtʲe.ʦ/
отец 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

отец (ru) αρσενικό