Βουλγαρικά (bg) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

атом (bg) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)



Ουκρανικά (uk) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

атом 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

атом (uk) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)



Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

атом (ru) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)



Σλαβομακεδονικά (mk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

атом (mk) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)