Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψιλολογώ < ψιλο- + -λογώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψιλολογώ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία