Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρεών < μετοχή του χράω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρεών ουδέτερο (άκλιτο)

  • άκλιτος τύπος από τη μετοχή του χράω χρεών, το χρεών, ο χρησμός που δόθηκε από το μαντείο, εκείνο που θα γίνει αναγκαστικά, το προδιαγεγραμμένο από τη μοίρα, το δίκαιο, το ορθό