Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φκιάνω < φτιάχνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

φκιάνω

  1. (λαϊκότροπο) φτιάχνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία