Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπογείως < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

υπογείως

  1. κάτω από την επιφάνεια της γης
  2. (μεταφορικά) με δόλιο, ύπουλο ή κρυφό τρόπο
    • προτιμά να δρα και να κινείται υπογείως


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία