Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερώα < αρχαία ελληνική ὑπερῴα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπερώα θηλυκό

  1. (ανατομία) ουρανίσκος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία