Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσιτσί < παιδική γλώσσα. Δείτε και ιταλική ciccia, cicci, αρχαία ελληνική τιτθός (μαστός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσιτσί ουδέτερο άκλιτο

  1. (στην παιδική γλώσσα) το κρέας
  2. (μεταφορικά) γυμνό κορμί
  3. (μεταφορικά) το πέος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία