Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τηλικόσδε < τηλίκος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τηλικόσδε

  1. πολύ μεγάλος

“διδάσκεσθαι βαρὺ τῷ τηλικούτῳ” (δύσκολο να διδαχθούν οι μεγάλοι σε ηλικία)

ΑναφορέςΕπεξεργασία