Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

< → δείτε τις λέξεις στον και αγύριστο

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

στον αγύριστο!

  1. (μεταφορικά) αποδίδεται υβριστικά στην απομάκρυνση κάποιου,

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία