Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

στα παλιά μου τα παπούτσια < → δείτε τις λέξεις: γράφω, παλιός και παπούτσι

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

στα παλιά μου τα παπούτσια

  1. λέγεται σε ένδειξη πλήρους αδιαφορίας για κάτι
    σ' έχω γραμμένο στα παλιά μου τα παπούτσια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία