Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σερ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σερ αρσενικό

  1. χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου
    • Ο μοναρχικός σκύλος Sean Connery αποδέχθηκε τον τίτλο του σερ, όμως εγώ δεν τον αποκαλώ σκύλο που τον χαροποιεί, μα Άγγλο που τον πληγώνει.
  2. (προσφώνηση) ευγενική προσφώνηση λόγο σεβασμού ή ηλικίας

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Στις συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων (όλες οι νέες τιτλοφορήσεις) αφορά μη κληρονομήσιμο τίτλο. Η κληρονομησιμότητα ή μη του τίτλου ορίζεται όταν αυτός αποδίδεται.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία