Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολεμοποιός < πόλεμος + ποιώ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολεμοποιός

  1. που κινεί τον πόλεμο, τον ξεκινά, είναι η αιτία του
    ※  ἔστι δε και πολεμοποιός ο τύραννος (Αριστοτέλης, στα Πολιτικά Ε΄)
    ※  ἀνὴρ δύσερις καὶ πολεμοποιός (Πλούταρχος, στο Περί της Ρωμαίων τύχης)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία