Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεροβράζω < νερο- + βράζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ne.ɾoˈvɾa.zo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

νεροβράζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.